Στο μύθο που γλυκά φτιάχνει το παραμύθι

«Στο μύθο, λέει, που γλυκά φτιάχνει το παραμύθι, εκεί θέλω να ζήσω· ε και εκεί θα ζήσω το λοιπόν! Γιατί να ζήσω εδώ; Το παραμύθι αυτό πιο όμορφο είναι».

Τον άκουγαν όλοι σαν τρελό τον παίρναν, θα φύγει ρωτούσαν; που θα ζήσεις το παραμύθι σου; δίπλα μας; είσαι τρελός!

Τρελός και εκεί που σβήνεται το σίγμα, εκεί θα συναντηθούμε και πάλι τους είπε μα πρώτα τα χωμάτινα κορμιά μας θα βρεθούν. Στο τελικό σίγμα του τέλους μας. Ελεγε με έπαρση.

Να μ’ αφησουν οι θεοί λίγο θα ήθελα όμως παραπάνω μες το νεκρό μου σώμα που θα έχω αποσπαστεί πια από αυτό όταν κοιμηθώ με ύπνο τελικό, να αισθανθω τη ζωή, πως πλανάται σα μαγεμένη πάνω στην μάνα της. Είς το επανακούειν φώναξε και έφυγε τρέχοντας στο δάσος.

Αργότερα, ακούσαμε πως κάποιοι τον είδαν να ψιλαφιζει γύρω του μέρα μεσημέρι γιατί τα μάτια του λέει ηταν πια τυφλά. Τα χάλασε τους είπε ο ήλιος του Αυγούστου. Ψέματα, μόνος του τα χάλασε είπαν μα δεν ήξεραν πως. Δεν ήθελε να βλέπει λέει, να σκέφτεται και να φαντάζεται ήθελε, για να μη χάσει τον σκοπό του μα και την ουσία του ο φαντασμένος. Που και που συναντούσε εκεί έναν άλλο τρελό αλλού χωριού και συζητούσαν μεταξύ τους, άλλοτε με ένταση άλλοτε ήρεμα, κάποιες φορές ακόμα και ψιθυριστά.

Μια μερα όμως μαλώσανε λένε, τους ακούγανε να βρίζουν ο ένας τον άλλον μα πιο πολύ ο άλλος τρελός τον δικό μας. Του έλεγε, βρε απρόκοπε, εγωιστή και μικρόψυχε γιατί τυφλωθηκες; Τα μάτια σου είναι ενα εργαλείο για να δείς και να πράξεις, να εκτιμήσεις και να πορευτείς. Να αφήσεις πίσω σου κάτι πριν φύγεις χρήσιμο, βρε ανόητε. Και τι με νοιάζει εμένα αποκρινοταν με κραυγές άγριες και λυγμούς σαν να οδύρεται για το κακό που του έρχεται. Τι σημασία έχει να αφήσω κάτι χρήσιμο. Δεν αγαπώ παρα μόνο τον τόπο μου, τον τοπο που έφτιαξα εγω γύρω μου. Με δικά μου χρώματα και σχήματα. Άνθρωπε θολομένε σε παρατώ στην μοίρα σου ξεροκέφαλε του αποκρίθηκε ο άλλος και έφυγε και τον άφησε στα κλάματα του.

Αυτό συνεχίστηκε ξανά και ξανά και καθε φορά έκλαιγε και λυπόταν ο δικός μας, οταν τον παρατούσε. Σαν θεατρικό έργο για άλλους δράμα και για άλλους κωμωδία ήταν που για χρόνια παιζόταν απο αυτούς τους δύο τρελούς μέσα στο δάσος και ο κόσμος γύρω τους πέθαινε και γεννιόταν. Ώσπου και ο άλλος τρελός που έβλεπε, κουφάθηκε και έλεγε πως για την κουφαμάρα του έφταιγε ο παφλασμός της θάλασσας, σε άλλους έλεγε το κελάηδημα των πουλιών αλλα τελικά αυτός μόνος του το έκανε στον εαυτό του μα κανείς δεν ξέρει πως. Μα κι έτσι μάλωναν πάλι χωρίς να βγαίνει ουσία καμία και όσο περνούσε ο χρόνος, οι κραυγές μεταξύ τους γίνονταν άνομες, άνισες, ανισόρροπες μεσα στην αρμονία του δάσους και με το χρόνο ακούγονταν λαλιές και φράσεις ξένες και σε αυτούς ακόμα τους ίδιους. Μια φασαρία, μια βουή. Ώσπου στο τέλος πριν την αρχή, μετά ίσως απο σιγή πολύχρονη μέσα στο δάσος, χάθηκε ο τυφλός και ο κουφός και βγήκε σαν σήμερα απο το δάσος ένας άνθρωπος κουφός μα και τυφλός και έζησε στη γη και ζεί απο τότε, σήμερα.

Δεν είμαι κακός, με είπε κάποτε, πια πλάνη να με παρέσυρε αφού οι δρόμοι, όλοι τους, δρόμοι είναι και το που οδηγούν κανείς δεν θα το μάθει. Δεν διαφέρω απο σένα, να το ξέρεις. Γιατί τα μάτια μου είναι τυφλά άλλα στα μάτια σου αν άδεια φαντάζουν και τα δικά σου άδεια είναι. Όσο κουφός νομίζεις πως είμαι, άλλο τόσο είσαι και εσύ.

Είμαστε εμείς αυτοί εδώ μαζί στο σήμερα, για αύριο ελπίζω κάτι καλύτερο από εμάς.