Αδικαιολόγητα

Είσαι ζωντανός; του φώναζα στο αυτί.
Κ αυτός με κοιτούσε και μιλούσε για επιταγές και επιστολές, ανέλυε δεδομένα, πρόσθετε αριθμούς και επιβεβαίωνε αποτελέσματα αδιάκοπα, ακούραστα αυτοματοποιημένα.

Είσαι ζωντανός; του ούρλιαξα.
Και αυτός. Κοιτούσε το ρολόι του, βιαζόταν να κοιταχτεί στον καθρέφτη και αντέγραφε εικόνες που είδε.

Σάλεψε σε παρακαλώ, του ψιθύρισα.
Και αυτός, ένιωθε τόσο μόνος, τόσο ανούσιος μέσα στα μάταια γύρω του σκευάσματα.

Μίλα μου. Το σου έκανα ; του φώναξα.
Μα αυτός δεν απάντησε, με κοίταξε και δάκρυσα, απέτυχα, αδικαιολόγητα για πρώτη μου φορά θα το ομολογήσω.
Στο χέρι του έβαλα ένα μαχαίρι για να με σκοτώσει.
Να με σκοτώσει να μην υπάρχω άλλο πια.
Και τώρα αυτός
Δεν είναι ζωντανός
Μας σκότωσε
Τον σκότωσα.
Σκότωσα το παιδί μου.
Σκότωσα και εμένα για δεύτερη φορά.
Δεν έχω πια να πω τίποτα για να με δικαιολογήσω.
Φταίω αδικαιολόγητα.