Έπαιρνε νύχτα τα στενά.
Οι σκέψεις του σαν τις σταγόνες της βροχής έπεφταν η μια μετά την άλλη χωρίς να προλάβει να τις αναλύσει, να συγκεντρωθεί. Λες και κάποιος τον βομβάρδιζε με ερωτήματα και δεδομένα ακατέργαστα όμως όλα σχετικά. Φοβήθηκε ότι θα ζαλιστεί και θα πέσει στο δρόμο ξερός απο έμφραγμα η κάτι εξίσου ακαριαίο, θέλησε να τρέξει να ξεφύγει, αλλά η περηφάνια και ο εγωισμός του δεν τον άφησαν, τι θα σκεφτόταν κανείς αν τον έβλεπε να τρέχει με το δερμάτινο μαύρο παλτό του και το ψηλό καπέλο, κύριος καθώς πρέπει, όχι δεν ήταν σωστό. Ας μπω σκέφτηκε κάπου να πιώ κανένα ποτηράκι να θολώσω λίγο να ξεχαστώ, να γύρω να αποκοιμηθώ να περάσει και αυτή η νύχτα.
Στην άκρη του δρόμου είδε το αναμένο φαναράκι που ήλπιζε, έσπρωξε με δύναμη την πόρτα και μπήκε μέσα. Ο κόσμος λιγοστός και μια κυρά στεκόταν πίσω απο τον πάγκο και μιλούσε με κάποιον. Δεν έδωσε σημασία σε τίποτα, πέρασε μπροστά απο το μπάρ ψάχνοντας με το βλέμμα του κάποιο τραπέζι απόμερο και ήσυχο. Έβγαλε το καπέλο του και κάθισε. Μπούκωσε γρήγορα την πίπα του και την άναψε , παρήγγειλε ένα δυνατό κονιάκ, «διπλό σας παρακαλώ», είπε στην κυρά, και έστρεψε το βλέμμα του προς το παράθυρο. Πίνοντας γρήγορα και με γεμάτες γουλιές άδειασε το πρώτο ποτήρι και παρήγγειλε και δεύτερο και τρίτο.
Η βροχή είχε γίνει ψιχαλα και στο μυαλό του οι σκέψεις λιγοστές πλέον. Θολές οι έννοιες και οι συνδέσεις. Όλα κάπως καλύτερα, σκέφτηκε. Παρήγγειλε και τέταρτο και πέμπτο μα τελευταίο του είπε η κυρά γιατί το μαγαζί κλείνει και το φως απο το φαναράκι πρέπει να σβήσει πριν έρθει το φώς της ημέρας. Το ήπιε αργά-αργά έσβησε την πίπα και παραπατώντας βγήκε και πάλι στον δρόμο. Κοίταξε τον ουρανό τα σύννεφα που είχαν πια στραγγίξει και με μια βαθιά ανάσα κίνησε για το σπιτικό του.
Το πρωΐ τον βρήκε ξαπλωμένο στον καναπέ με τα ρούχα και το κεφάλι του ακόμα μουδιασμένο. Οι σκέψεις εκεί, αλλά κινοντουσαν αργά και με διακοπές μεσα στο μυαλό του. Έπρεπε να σηκωθεί να συναντήσει τον Λουί. Έψαξε στο γιλέκο του και βρήκε το ρολόι στην τσέπη του με ανακούφιση μα η ώρα είχε περάσει.
Σηκώθηκε γρήγορα, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του και έτρεξε στις σκάλες. Πρίν προλάβει να ανοίξει την πορτα άκουσε το καμπανάκι του τραμ να χτυπά. Βγήκε στον δρόμο και στάθηκε βλέποντας το τραμ να φεύγει μακρυά. Πρέπει να βρώ έναν αμαξά και γρήγορα, σκέφτηκε. Με βιαστικό βήμα κατευθύνθηκε προς την μικρή πλατεία που η κυκλοφορία ήταν μεγαλύτερη. Έκανε νόημα σε έναν αμαξά που προς μεγάλη του τύχη περνούσε απο εκεί, μπήκε μέσα και του είπε «Στην Ρώσικη πρεσβεία σε παρακαλώ και γρήγορα» .
Η ώρα ήταν περασμένες 11, διέσχισε τον δρόμο και βρέθηκε απέναντι απο την πρεσβεία, στο καφέ “Fouquet’s” , μπήκε και κοίταξε τριγύρω να βρει τον Λουί.
Τον βρήκε να κάθετε με έναν ευτραφή κύριο με κόκκινα μαγούλα χοντρό μουστάκι και πλακουτσωτή μυτη. Με αδιάφορη αμφίεση που θύμιζε τραπεζίτη, χωρίς φαντασία και με εμμονή στην πρακτικότητα.
Πλησίασε αργά και χαιρέτισε.
“Χαίρετε και συγγνώμη για την καθυστέρηση”
“Κάθησε Ορέστη, να σου γνωρίσω το κύριο Μπέρναρντ Άντερσον.
Κύριε Άντερσον, ο κύριος Ορέστης Πάλλας.”
“Χαίρετε κύριε Πάλλα,”
“Χαίρετε”
“Ο κύριος Μπέρναρντ ασχολείται με το εμπόριο μετάλλων και ενδιαφέρεται να επενδύσει στο εγχείρημα μας.” Έσπευσε να ενημερώσει ο Λουί.
“Αλήθεια; Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, η συμβολή σας θα ενίσχυση και θα επιταχύνει τις διαδικασίες ολοκλήρωσης του σχεδίου μας και φυσικά θα είστε και εσείς ένας απο αυτούς που θα ωφελειθούν απο όλα αυτά που θα προκύψουν. “
“Ναι με ενδιαφέρει εξαιρετικά όπως σας προείπε και ο συνεργάτης σας αν και νομίζω πως πρέπει να το εξετάσω λίγο ακόμα. Θα ήθελα να μάθω περοσσότερα.
Ενδεχομένως να μπορέσουμε να το εμπλουτίσουμε λιγάκι ανασκευάζοντας φυσικά εν’μέρει και την συμφωνία μας ως προς τον καταμερισμό των οφειλών.”
“Θα μπορρόυσατε να γίνετε πιο σαφής Κύριε Άντερσον;” Ρώτησε ο Ορέστης με μια ελαφρώς εμφανή άγνοια.
“Φυσικά, ακούστε Κύριε Πάλλα ένας έξυπνος άνθρωπος σαν και εσάς θα γνωρίζει βεβαίως ότι ο επενδυτής με το υψηλότερο κεφάλαιο θα πρέπει να έχει το μεγαλύτερο κέρδος. θα με ενδιέφερε φυσικά να μάθω περισσότερα, όχι λεπτομέρειες, καταλαβαίνω το ρίσκο, αλλα κυρίως θα ήθελα να αυξήσω το μερίδιο των κερδών μου επενδύοντας βεβαίως και το αντίστοιχο κεφάλαιο του οποίου το μέγεθος θα κρίνετε εσείς.
Έχω ήδη ενημερώσει τον συνεργάτη σας.”
“Γενικά είμαστε ανοιχτοί σε νέες προτάσεις κύριε Μπερνάρντ αλλά ειδικά σε αυτό το εγχείρημα δυστυχώς οι τυχών αλλαγές στα μεροίσματα ενδέχεται να το καταστήσουν επισφαλή για όλους τους επενδυτές του. Κάτι το οποίο, όπως μπορείτε να καταλάβετε δεν συμφέρει ούτε εσάς απο την στιγμή που θέλετε να συμμετάσχετε.
Σκεφτείτε απλά ότι το εκμεταλλεύσιμο αποτέλεσμα είναι μια σύνθεση απο θεωρητικά τυχαία και ταυτόχρονα λογικά συμβάντα, επακόλουθα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως ευκαιρίες για πολλούς και διάφορους μα πιο συγκεκριμένα για τους επενδυτές μας. Αυτό ακριβώς το πολυδιάστατο και με πολλούς αποδέκτες σύνολο απολήξεων είναι και η ούσιά της υπόθεσης αυτής.
“Μάλιστα, νομίζω πως καταλαβαίνω…, είμαι θετικός να το ξέρετε κύριε Πάλλα, θα σας ενημερώσω σύντομα
Τώρα θα μου επιτρέψετε να σας αφήσω γιατί ο χρόνος μου είναι περιορισμένος, χάρηκα Κύριε Πάλλα. Εις το επανιδείν κύριοι.”
“Επίσης, είς το επανιδείν κύριε Μπερνάρντ.”
συνεχίζεται…