Άκουσε πως αν κοιμηθούν όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη την ίδια ώρα, ο χρόνος θα παγώσει και η γη θα ξεκουράσει τα ποτάμια της και τις θάλασσες της, θα ηρεμήσουν για λίγο τα σύννεφα και οι ουρανοί θα πάρουν μιαν ανάσα, ο αγέρας θα ξαποστάσει και τα δέντρα τα λουλούδια και οι θάμνοι θα ηρεμήσουν και θα αναρωτηθούν τι τους χρειαζόμαστε όλους αυτούς τους ανθρώπους.
Τότε ίσως, μετά απο μια ιερή συμφωνία μεταξύ τους θα μας μαγέψουν και δεν θα ξυπνήσουμε ποτέ.
Μακάρι.
Μακάρι να ασχολούνταν μαζί μας τα στοιχεία της φύσης, αλλά μην γελιέστε μου είπε. Αν κοιμηθούν όλοι οι άνθρωποι του κόσμου ταυτόχρονα απλά μετά απο λίγες ώρες θα ξυπνήσουν. Ποιός να ασχοληθεί μαζί σου φτωχέ μου άνθρωπε. Τι αξίζεις;
Mόνος σου είσαι και ότι και να φτιάξεις μόνο εσύ θα το αναγνωρίσεις και θα το εκτιμήσεις, μόνος σου χαίρεσαι άνθρωπε φτωχέ, σαν κουκίδα μοιάζεις που μέρα με την μέρα απο την στιγμή που γεννιέσαι ξεθωριάζεις και σβήνεις, μια κουκίδα σε ένα κομματάκι χαρτί που στον αέρα του σύμπαντος πετά. Το νοήμον όν που τυραννιέται και αυτοτιμωρείται για να διώξει την ανία και να κερδίσει το τίποτα.
Μόνο κάποιοι με την ελπίδα του Αχιλλέα κρυμμένη στην καρδιά τους πολεμούν και παλεύουν μήπως και μείνουν αθάνατοι.
Μα μαντάτα απο το τέλος του δρόμου δεν θα έρθουν να ξέρεις. Όσο και να προσπαθείς ο δρόμος που διάλεξες είναι μοναχικός με αρχή και τέλος για σένα.
Ο καπετάνιος του χαμογέλασε και του είπε “Που τα άκουσες αυτά παλικάρι μου; το κρασί στα είπε;”