Είδε και σκιάχτηκε


Πριν την στροφή για το χωράφι του, εκεί δίπλα στον λόφο, στο χώμα που πατούσε και στο χορτάρι το δροσερό. Είδε, μου είπε, και στην αρχή σκιάχτηκε.

Είδε της γής το δέρμα και το άγγιξε και ήταν ζεστό, ζωντανό, αλλά πιο τρομερό ήταν που είδε τα μάτια της, στην πλαγιά του μικρού λόφου.

Τα είδε να τον κοιτούν βαθιά γεμάτα σοφία και χωρίς πονηριά, αθώα και έξυπνα, ζεστά όπως το δέρμα της, δέρμα της γής.

Έτρεχε νερό απο κάποιο ύψωμα της και κυλούσε καθαρό και αγνό σαν το γάλα που θηλάζει η μάνα το παιδί

Τις γάτες είδε παραπέρα να τρέχουν και να τσιρίζουν φοβισμένες. Είναι κακό που θα’ρθεί και ζυγώνει αυτό που τις τάραξε; Είδαν και αυτές την γη να τον κοιτάζει; Μα μες στα μάτια της οι φόβοι και οι ανησυχίες του όλοι και τα ερωτήματα σβήστηκαν μεμιάς σαν συνάντησε το βλέμμα της μάνας του βαθιά να τον κοιτά. Τέτοια η γαλήνη η αγάπη και η δύναμη της που όλα γύρω πια τα αλλοπαρμένα ήταν περιττά.