Παρασκευή βράδυ και η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει.
Μαλακός μεν ο καιρός αλλά αυτή η υγρασία σε έκανε να κατανοήσεις απόλυτα την φράση τρυπά το μεδούλι.
Την ένιωθαν όλα τα κόκαλα του ένα ένα.
Αποφάσισε όμως να βγει , προτιμούσε να περάσει το βράδυ του με τον οποιονδήποτε παρά με τον εαυτό του.
Χρόνια τώρα ζούσε μόνος μα κάθε μέρα πίστευε όλο και πιο πολύ ότι όλοι θα ήθελαν να ζούνε μαζί του απλά αυτός δεν έδινε σε κανέναν την ευκαιρία να διεκδικήσει μια τέτοια θέση δίπλα σε έναν τόσο ενδιαφέροντα άνθρωπο. , τόσο γοητευτικό, όμορφο, έξυπνο, εύστροφο πραγματικά μοναδικά αληθινό!
Ξεκρέμασε το παλτό του, έβαλε τα παπούτσια του και βγήκε.
Με γρήγορο βηματισμό κατάφερε σε λίγα λεπτά να βρεθεί στο καπηλειό της γειτονιάς του.
Το “Κόκκινο τσουκάλι” ήταν ζεστό και σχετικά καθαρό καπηλειό όπου σύχναζαν κάθε λογής άνθρωποι μιας και η κεντρική αγορά δεν απείχε παρά λίγες δεκάδες μέτρα και ήταν πολύ γνωστό στους εμπόρους όπως και στους πελάτες τις αγοράς.
Βρήκε ένα ελεύθερο τραπεζάκι και κάθισε, μετά από λίγα λεπτά ο νεαρός γιος του ιδιοκτήτη του σέρβιρε το κρασί του. Στο δίπλα τραπέζι καθόταν 2 ηλικιωμένοι οι οποίοι διαφωνούσαν για κάτι που ο Μύρων δεν είχε καταλάβει και ούτε όμως τον ενδιέφερε. Η διαφωνία αυτή όμως μετά από λίγα λεπτά είχε ανάψει και είχε αποκτήσει ένταση ανάμεσα στους δυο αυτούς κυρίους κάτι το οποίο τον ανάγκασε να σηκωθεί, να αλλάξει τραπέζι και να καθίσει δίπλα στο παράθυρο.
Εκεί συγκεντρώθηκε στη μοναξιά της βροχερής νύχτας και προσπάθησε να φανταστεί τον εαυτό του από την άλλη πλευρά του παραθύρου μακριά από την οχλοβοή και τα φώτα που τόσο ανάγκη είχε.
Ήπιε το κρασί του και παρήγγειλε ακόμη ένα ποτήρι, έχοντας πάρει την απόφαση να αφεθεί στη μέθη, να καταφέρει να απομονωθεί από τον κόσμο γύρω του νιώθοντας όμως την ασφάλεια του κόσμου μένοντας μέσα.
Έτσι πέρασε η ώρα και στο τέταρτο ποτήρι ο κόσμος είχε απομείνει πια λιγοστός μέσα στο καπηλειό. Τότε τον πλησίασε ένας άνδρας σαραντάρης, κοντός, αδύνατος και μάλλον περίεργος κρίνοντας από την ενδυμασία του αφού η πουκαμίσα του ήταν μαύρη τσαλακωμένη, ένα άσπρο με ρίγες καφέ παλτό, φορούσε ένα ψηλό καπέλο που δεν ήσουν σίγουρος αν όντως ήταν δικό του μιας που του ήταν λίγο μικρό, οι μπότες του ήταν χοντροκομμένες καφέ σκούρες και του ήταν μάλλον λίγο μεγάλες, είχε ένα μεγάλο εξαιρετικά περιποιημένο κομψότατο μουστάκι με μυτερές τσιγκελωτές άκρες με τέλειο πάχος και καμπυλότητα.
Τελειομανής και κιμπάρης αν κρίνει κανείς από το μουστάκι του και μόνο όμως από αυτό.
“Μπορώ να καθίσω στο τραπέζι σας;” τον ρώτησε.
“Ε.. ναι γιατί όχι”, αποκριθηκε καθαρά από ευγένεια ο Μύρον.
“Δεν θα σας ενοχλήσω μην ανησυχείτε”
“Δεν ανησυχώ κύριε μου, άρα μην ανησυχείτε και εσείς.”
“Α πολύ ωραία λοιπόν, ας σταματήσουμε τις φλυαρίες τότε” του είπε με ένα χαμόγελο σφίγγωντας ελαφρά τα χείλια του.
Ο Μύρωνας τον κοίταξε με αυστηρό ύφος για λίγα δευτερόλεπτα ως απάντηση στην μικρή αυτή θρασύτητα και έστρεψε και πάλι το βλέμμα του προς το παράθυρο.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ησυχίας ο ξένος τον ενόχλησε ξανά
“Περιμένετε κάποιον η απλά σας αρέσει να πίνετε μόνος;”
“Συγχωρέστε με κύριε μου αλλά δεν νομίζω πως μαζί με την άδεια μου να καθίσετε στο τραπέζι σας επέτρεψα και να με ενοχλείτε.”
“Ω ζητώ ταπεινά συγγνώμη δεν ήταν ποτέ πρόθεση μου να σας θίξω η να σας ενοχλήσω με οποιονδήποτε τρόπο απλά ζήλεψα την ηρεμία σας. Ειλικρινά ζητώ συγγνώμη.”
“Όπως και να έχει, παρακαλώ μην απολογείστε απλά πάψτε να με ενοχλείτε.”
“Καλώς” αποκρίθηκε ο ξένος.
Ο Μύρωνας είχε αρχίσει να νιώθει άβολα, δεν είχε ανάγκη παρέας, δεν την χρειαζόταν, κανείς άνθρωπος δεν την χρειάζεται, συνήθιζε να λέει στους συναδέλφους του, ο άνθρωπος δεν μένει μόνος του γιατί φοβάται να γνωρίσει τον εαυτό του και αυτό είναι η μεγαλύτερη προσβολή για τον ίδιο του τον εαυτό που κατά τα άλλα μπροστά στους άλλους τον υπεραμύνεται και με προθυμία ανυψώνει τον εγωισμό του. Δειλία, ύψιστη βλακεία, σκέφτηκε.
Μπορεί να συγκριθεί με το να υπερασπίζεσαι μια πατρίδα που φοβάσαι να την γνωρίσεις που φοβάσαι ακόμα ακόμα να πατήσεις το πόδι σου. Να την μάθεις να την καταλάβεις. Μόνο ποιόν να πολεμήσεις ξέρεις και να της κουβαλάς μέχρι τα σύνορα ότι αυτή επιθυμεί. Με στιγμές καταπίεσης και υποταγής στα θέλω τρίτων μεγάλων στο μυαλό σου δυνάμεων, άλλοτε να την φροντίζεις και να την υπερασπίζεσαι και άλλοτε να την πουλάς από φόβο, σαν στρουθοκάμηλος.
“Μου επιτρέπεται να σας ρωτήσω κάτι καλέ μου άνθρωπε;” Γύρισε απότομα στον ξένο ο Μύρωνας
“Για ποιο λόγο θελήσατε να πιάσετε κουβέντα μαζί μου;”
“Δεν θέλησα να πιάσω κουβέντα μαζί σας κύριε”, του αποκρίθηκε ο ξένος
“Από ευγένεια και μόνο σας μίλησα επιστρέφοντας την δική σας ευγένειας να με επιτρέψετε να καθίσω στο τραπέζι σας.”
“Α μάλιστα” είπε ο Μύρων.
“Είστε πολύ ευγενικός και σας είχα παρεξηγήσει εξ αρχής.”
“Ανταποδίδω ειλικρινά την φιλοφρόνηση σας κύριε, ονομάζομαι Λέανδρος, εσείς;”
“Μύρωνας χάρηκα.”
“Και με τι ασχολείστε κύριε Μύρωνα;”
“Είμαι τραπεζικός υπάλληλος αγαπητέ, εσείς;”
“Εγώ φίλτατε είμαι λοχαγός εν αποστρατεία, τραυματίστηκα σοβαρά και αποχώρησα νωρίς από την ενεργό δράση.”
“Μάλιστα, τι να πω,” είπε ο Μύρων, “ελπίζω να είστε καλά στην υγεία σας. Και να μην σας έχει αφήσει κάποιο σοβαρό κουσούρι ο τραυματισμός σας.”
…………..